Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Θάνος Ανεστόπουλος - Θλίψη



Μας μεγαλώνουν σε μια χώρα γεμάτη ήλιο και σακιά γεμάτα με μην. Μην κλαις, μη φοβάσαι, μη στεναχωριέσαι, μη θλίβεσαι, μην υπάρχεις, έτσι όπως σε θέλω εγώ να υπάρχεις, μην, μην, μην. Η άλλη χώρα η ονειρική που 'χει ένα σακί γεμάτο με θέλω. Θέλω να νιώθω, θέλω να νιώθω ότι με νιώθεις, θέλω να περνώ μέσα απ' ότι νιώθω και να βγαίνω νικητής, νικήτρια. Θέλω να μην γίνω όμως σκλάβος σου, ο δούλος, θέλω να ξέρω, να αντιδρώ, να καταλαβαίνω, να βλέπω, να ακούω.

Δεν μπορείς να βρεις τις λέξεις, για ότι σου έχει λείψει 
όμως ξέρεις οι άλλοι αυτό το λένε θλίψη.
Χάιδεψε το πρόσωπό σου, δάκρυα στο 'χουνε κεντήσει
και μη σε φοβίζει αυτό, που λένε θλίψη.
Στα υπόγεια που έμεινες, και που έχεις τριγυρίσει
καν' την βόλτα σου ξανά, κι ας έχει θλίψη.
Τώρα πια δεν θα χαθείς, την ψυχή σου έχεις νίψει
με αυτό που ονομάσαν, οι άλλοι θλίψη, θλίψη, θλίψη.

Ξυπνάς ιδρωμένος, λουσμένος ........................................................ και την παλιά κουβέρτα που σε σκέπαζε η μητέρα σου. Αργά κατευθύνεσαι προς τον καθρέφτη σου, καρφωμένος με κόμπο στον τοίχο, μεγάλος για να σε βλέπεις ολόκληρο, στηρίζεσαι επάνω του, κοιτιέσαι. Χαϊδεύεις το πρόσωπό σου, χαϊδεύεις το πρόσωπό σου, χαϊδεύεις την ψυχή σου, χαϊδεύεις τη θλίψη σου. Ανοίγεις το ραδιώφονο και ακούς, διαφημίζουνε έναν όμορφο κόσμο γελαστό, πολύχρωμο με χίλια ουράνια τόξα γύρω απ' τα μάγουλά σου. Απαγορεύονται οι γκρίζες συννεφιές, απαγορεύονται τα ύποπτα ψιλόμαυρα ξημερώματά σου, απαγορεύεται η σκιά κάτω απ' το μάτι σου, απαγορεύεται η ίδια σου η σκιά, χαρά, κρατιέσαι, τέντωσε λίγο τα σχοινάκια γύρω απ' τ' αυτιά σου, μόνιμο χαμόγελο στο σχολείο σου, στη δουλειά σου, στο κρεβάτι μετά τον έρωτα. Μην προλάβεις ν' ανάψεις τσιγάρο, όχι, μην ανάβεις τσιγάρο, γέλα, γέλα. Ζωγραφίζεις ένα μόνιμο χαμόγελο στο νεκροζώντανο προσωπάκι σου. Ανοίγεις την ατζέντα της ζωής σου, ψάχνεις που μπορείς να βρεις τις λέξεις για ότι σου έχει λείψει. Άμα παίρνεις φόρα περνάς μέσα απ' τον καθρέπτη, εκατομμύρια μικρά κομματάκια γυαλί γεμίζουνε με μικρές κοψιές τις φλέβες σου. Ανεβαίνεις στην ταράτσα και κοιτάς το μικρό πέτρινο κόσμο γύρω σου, κανείς δεν χαμογελά, γυάλινα βλέμματα έχει η γάτα μπροστά σου. Τι θυμάσαι αυτή τη γάτα; Νόμιζες ότι χαμογελούσε πάντα έτσι όπως τριβόταν στην κοιλιά σου, έτσι όπως έβγαινε απ' την κοιλιά σου και γινόταν τίγρης. Θυμάσαι την πρώτη φορά που πλημμύρισε το υπόγειο; Το πρώτο υπόγειο που έμεινες, γέλαγες σαν τρελός, δεν το 'βαζες κάτω, είπες τα νερά θα εξατμιστούν, τα νερά θα εξατμιστούν, αλλά δικά μου τα δάκρυα, δικά μου πια τα γέλια μου, δικά μου τα δάκρυά μου, αυτά αφήστε με τα τα εξατμίσω εγώ όποτε θελήσω. Βρέχει έξω αλλά δεν πονάω, πάντα μου άρεσε η βροχή, όχι, κι ο ήλιος, αλλά μου έλεγαν ότι πονάει ο ήλιος με ανεξίτηλες.

Τώρα αν βρέχει δεν πονάς, ομορφιά σ' έχει τυλίξει
δεν σε νοιάζει αν την λένε, οι άλλοι θλίψη.
Δεν μπορείς να βρεις τις λέξεις, για όλα όσα σου έχουν λείψει 
όμως ξέρεις οι άλλοι αυτό, το λένε θλίψη, θλίψη, χα θλίψη.

Θα μου λείψετε, για σας, καληνύχτα παιδιά. 

Θ.Α. ..... 11-12-2012.


Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Για τον Θάνο ......


Ήταν από τις ποιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου όταν σε "αποχαιρετούσα". Απ' το μυαλό μου εκείνες τις στιγμές πέρασαν τόσες και τόσες σκέψεις, θύμισες. Η πρώτη φορά που άκουσα τη συγκλονιστική φωνή σου (μελαγχολική και συνάμα ρομαντική) στο καταπληκτικό "Μέρες αργίας". Η πρώτη γνωριμία με τον Κυρ Γιάννη που μου είπε "ο γιος μου τραγουδάει, έχει ένα συγκρότημα που το λένε Διάφανα Κρίνα". Η πρώτη ακρόαση του "Έγινε η απώλεια συνήθειά μας" που μου χάρισε ένας φίλος. Η πρώτη φορά που σε είδα πάνω στη σκηνή μαζί με τους συνοδοιπόρους σου ένα βροχερό βράδυ κάποιου Απρίλη. Τα λίγα λόγια που είπαμε λίγες μέρες μετά που βρεθήκαμε τυχαία στη γειτονιά μας στο Περιστέρι. Τα κρύα βράδια του χειμώνα που κατηφόριζα απ' τον "Αέρα" της Πετρούπολης "γεμάτος" από μουσική. 
Τα "μπαρουτοκαπνισμένα" χαοτικά live στο Εξαρχειώτικο "An Club". Η ημέρα που μιλήσαμε ξανά από κοντά μετά από καιρό στο "Τσάι στη Σαχάρα" και ξεκινήσαμε μια στενή σχέση φιλίας. Η γλυκιά αναμονή πριν από κάθε εμφάνισή σου. Τα μαγικά βράδια στο "Μακάρι" και μετέπειτα στην "Απανεμιά" που μας ταξίδευες σε μέρη που δεν είχαμε διανοηθεί πως υπάρχουν, που μπορούσαμε να απλώσουμε το χέρι μας να σε αγγίξουμε. Ο σεβασμός σου σε αυτό που έκανες είτε έπαιζες μπροστά σε γεμάτους χώρους, είτε μπροστά σε λιγοστούς εκλεκτούς φίλους. Οι μέρες που μας εκμυστηρευόσουνα τα άγχη σου. Οι λιγοστές στιγμές έντασης μεταξύ μας που ξεπεράστηκαν με ένα δυο τηλεφωνήματα. Η φωνή σου, οι στίχοι σου, οι ζωγραφιές σου επηρέασαν τις ζωές μας όσο τίποτε άλλο. 
Πάντα οι φίλοι μου με ρωτούσαν με απορία, "πως είναι δυνατόν να βλέπεις τόσες φορές τον ίδιο καλλιτέχνη". Πως να τους εξηγήσεις ότι καμία βραδιά δεν ήταν ίδια με την προηγούμενη, πως αυτό ήταν το μεγάλο σου όπλο, αυτό σε ξεχώριζε απ' τους υπόλοιπους δημιουργούς. Το καταπληκτικό χάρισμα δηλαδή να μεταμορφώνεσαι-μεταλλάσσεσαι κάθε φορά είτε ερμηνεύοντας αγγλόφωνα τραγούδια, είτε δικά σου ακυκλοφόρητα, είτε Κρίνα, είτε παίρνοντας ένα βιβλίο από δίπλα σου και να μελοποιείς ποιήματα αυτοστιγμής λες και ήταν το ποιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. 
Η δράση σου στους κοινωνικούς αγώνες ήταν γνωστή, ο αγώνας εναντίων στη κακοποίηση των ζώων επίσης γνωστή. Η προτροπή σου να οργανωθούμε σε κολεκτίβες και να δράσουμε εναντίων των "κακομούτσουνων" όπως έλεγες, μίλησες για την "αφύπνιση" του λόγου. Μας προέτρεψες να μην "φοβόμαστε τους φόβους μας" να σταθούμε όρθιοι και να παλέψουμε. Η αγάπη για τα Εξάρχεια ήταν μεγάλη, άλλωστε τα διάλεξες να κατοικίσεις εκεί τα τελευταία χρόνια. Δεν φοβήθηκες τον θάνατο, αναμετρήθηκες μαζί του και κέρδισες, δεν μπόρεσε να κάμψει τη δίψα σου για ζωή. Μέχρι την ύστατη στιγμή έκανες σχέδια, μέχρι την τελευταία στιγμή χαμογελούσες. Τεράστια η κληρονομιά που μας άφησες πίσω με τους ποιητικούς στίχους σου, τις μουσικές σου που μας μεθούν με το άκουσμα της πρώτης νότας. Δεν θα ξεχάσουμε τις ανεπανάληπτες ερμηνείες σου που σημάδεψαν ανεξήτιλα τις ποιο "διάφανες" στιγμές μας. Η τέχνη σου έχει εμποτιστεί στα κύτταρά μας, η μορφή σου θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας, τίποτα δεν μπορεί να μας κάνει να λησμονήσουμε. Αντίο αγαπημένε φίλε, σε ευχαριστούμε για όσα μας προσέφερες, που ομόρφυνες τις ζωές μας. Εις το επανιδείν .... σε μια "Γη που ανατέλλει".










Υ.Γ. Αυτή η ανάρτηση δημοσιεύτηκε στο φύλο του Σεπτεμβρίου 2016 της εφημερίδας "Εξαρχειώτης", όπως επίσης και στην ιστοσελίδα http://exarhiotis.gr/ (22-9-2016).

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Ο Θάνος Ανεστόπουλος live στη Μονή Λαζαριστών

Ολοκληρωμένη η απομαγνητοφώνηση της εκπληκτικής σε σύλληψη, δημιουργία και εκτέλεση μουσικής παράστασης του Θάνου Ανεστόπουλου "Από τις ΡΙΖΕΣ ως τα ΑΝΘΗ του καλού", στη Μονή Λαζαριστών, την Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016.

Θάνο, αγαπημένε φίλε, σ' ευχαριστώ-ούμε πολύ για όλα, που τόσο απλόχερα μας χάρισες.

Ολόκληρη η παράσταση :



Που ήσουν;
Εσύ ήσουν που κατέβηκες πρώτη απ' το κατάστρωμα.
Εγώ ήμουνα δεκατριών; Δεκατεσσάρων; Θυμάμαι καλά;
Μου έδωσες ένα κοχύλι, είχα τα γενέθλιά μου.
Μου 'πες να το βάλω στο αυτί να ακούσω
τους ωκεανούς να συναντιόνται.
Θυμάσαι;
Θυμάσαι πως άρχισαν όλα;
Μ' αυτή την κιθάρα για δώρο
που είχε προλάβει η γιαγιά και σου 'χε φέρει.
Και εσύ προσπαθούσες να σκαρώσεις τα πρώτα ακόρντα.
Ποιο ήτανε το πρώτο που δοκίμασες;
Σου 'χε δείξει ένα άλλο παιδί ποιο προχωρημένο στην κιθάρα.
Όταν πρωτοχάιδεψες τις χορδές, ποιο είναι;
Το "House of the rising san" έτσι το λέγατε τότε.
Θυμάσαι;
Και μετά; Kαλοδιπλωμένο το βιβλίο σου το άφησε
ξανανέβηκε με το πρώτο πλοίο και σου ζήτησε να τις υποσχεθείς
ότι όταν θα 'χει φύγει και θα 'χει εξαφανιστεί μακρυά στον ορίζοντα
τότε θα ανοίξεις το περιτύλιγμα.
Κι έτσι έκανες.
Και τι έγραφε;
Στο εξώφυλλο απ' έξω έγραφε :
"Ποιητική Ανθολογία" της Μαρίας Πολυδούρη.
Κοντά σου.


Μπαίνοντας μέσα σ' ένα matrix του χρόνου.
Θυμάσαι;
Βρεθήκαμε εκεί που το φίδι κουλουριαζόταν,
με την πρώτη ευκαιρία γύρω από το μυαλό μας
και κατέτρωγε την ψυχή μας να μας δείξει το δρόμο
που θα ακολουθούσαμε.
Κι εσύ ήθελες να κρατιέσαι πάνω από ιδέες και συνθήματα
και πειράματα στην ουσία με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Ποια ήσουν;
Ποιος ήμουν;
Στα είκοσι.
Σε μια παρατεταμένη εφηβεία.
Εκείνο το καλοκαίρι πήρες χαρτί και μολύβι,
και άρχισες να σκιτσάρεις τα μεγαλύτερα ονείρατά σου,
και τους ποιο απότομους άσχημους εφιάλτες σου.
Άγριο μέλι.


Μπροστά στην τελική ευθεία
αυτής τις πρόωρης εφηβείας
με πήρες απ' το χέρι και με τράβηξες
έξω στα λασπόνερα.
Αφήσαμε τις ισνουλίνες στην άκρη
βγάλαμε τα χάπια απ' το σέικερ
ξεσκονίσαμε το καλό χαλί
νοικοκυρέψαμε τα δωμάτια
και μετά αποφασίσαμε
όλα να τα ξαναχαλάσουμε
και ν' αρχίσουμε απ' την αρχή.
Στο πρώτο στενοσόκακο, το ποιο κακόφημο,
βρήκαμε την ευκαιρία και φτιάξαμε ένα μαγαζί.
Το θυμάσαι;
"Underground" το λέγανε.
Εκείνη την βραδιά λίγο πριν το κλείσουμε,
γιατί άντεξε μόνο πέντε μέρες και πέντε νύχτες,
την ώρα που φεύγαμε κι αφήναμε πίσω
σπασμένα τα έπιπλα και τις καρδιές μας,
ακούγαμε "Gang of four".
Τι στιγμή που τέλειωνε ο δίσκος
θυμάμαι μου πέταξες μια κασέτα
και μου 'πες "αυτό το τραγούδι βάλε,
αυτό το τραγούδι βάλε για τελευταίο,
και πάμε να φύγουμε".
Θα είναι το τέλος μιας καινούργιας αρχής, μου είπες.
Βάλαμε την κασέτα να παίξει
και το πρώτο τραγούδι
μας συγκλόνισε τα ήπατα,
έβγαλε φτερά στα οστά μας,
κι έδωσε αρκετά νόημα στην τότε εφηβεία
που μόλις ξαναάρχιζε.
Ταξιδιάρα ψυχή.
Γιάννης Αγγελάκας.

Ακούγονται τα :
1. Όπως ξυπνούν οι εραστές
2. Δρόμος


Κι εγώ θα σ' αγαπώ,
ως το τέλος του κόσμου.


Άνοιξέ τη αυτή την πόρτα επιτέλους.
Έχεις γεμίσει με ασφόδελους
το πράσινο μετωπίο σου,
τον μπλε σου ουρανό
το βρόμικο πάτωμά σου.
Άνοιξέ την επιτέλους αυτή την πόρτα και βγες έξω.
Έξω ανθίζουν τα άνθη του καλού.
Έξω ανθίζουν τα καινούργια λουλούδια.
Έξω τα καινούργια αρώματα σου προσφέρονται.
Αρκεί ν' ανοίξεις, ν' ανοίξουμε τις πόρτες μας
και να τα υποδεχτούμε.
Jane Doe.

Ακούμε το "Stubborn Balloon" των Jane Doe.


Μπήκε μέσα στο σπίτι που μένανε για σαράντα χρόνια
κατευθύνθηκε προς την ίδια γωνιά
που κάθε απόγευμα κατευθυνόταν,
τη βρήκε εκεί, ακίνητη, με ένα αμυδρό χαμόγελο
να έχει σχηματιστεί στο πρόσωπό της.
Την άγγιξε, τα χείλι της παγωμένα,
πιο πολύ απ' την παγωμένη στέπα
έξω απ' το σπίτι, στη Σιβηρία.
Πήρε τον ψυχοασκό της αγκαλιά
και με σαράντα βήματα
και δρασκελιές έφτασε στο ποτάμι.
Εναπόθεσε στο νερό το σώμα της,
αυτόν τον ψυχοασκό, την αποχαιρέτησε
γράφοντας τα παρακάτω λόγια.
Απ' την ποίηση του Αρσένι Ταρκόφσκι.


Ανάβαμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο
είχαμε δημιουργήσει ένα πραγματικά 
μεταπυρινικό τοπίο στα πόδια μας.
Μας άρεσε να βρέχει κιόλας 
και να ανακατεύονται όλες αυτές οι γόπες 
με την τοξική βροχή.
Και περιμένοντας τον "εξωγήινο"
να σκάσει έξω από τον χώρο 
στον οποίο για πρώτη φορά 
έτυχε να είναι πρώτη συναυλία. 
 - Τη θυμάσαι;
Στο Σπόρτινγκ ήτανε ήσουνα πολύ μικρός
θα' σουνα δε θα' σουνα δεκατριών ετών
Σε είχε πάει ένας μεγαλύτερος ξάδελφός σου, 
ψιλιασμέμος για εκείνη την εποχή.
Πως λέγανε αυτή την καταραμένη πανβρώμικη μπάντα
που όμως σου' χε ανοίξει τα οστά 
και σου 'χε ανατινάξει τα μυαλά.
"Birthday Party". 
Κι αυτός ο λιμοκοντόρος, 
ο γεμάτος ουλές 
και σημάδια στη μέση;
Nick Cave; 
Μάλιστα, Nick Cave.
Ο Άγιος Nick λοιπόν σε ακολούθησε πολλές φορές από τότε.
Και στα ξυπνήματά σου και στα αύπνωπτα ταξίδια σου.
Αυτός διασώθηκε.
Κι εμείς διασωθήκαμε.
Αλλά ποιο πολύ αυτές οι όσο και να το κάνεις
πανέμορφες μπαλάντες πως συμπλέανε 
με τις καταραμένες ιστορίες απ' τη βίβλο,
που δανειζότανε, για να κεντήσει περίτεχνα 
τους εφιάλτες τους δικούς του
και ταυτιζόντουσαν με δικούς μας. 
Αλλά και με όνειρα, πολύχρωμα έ;
Με φως μέσα στο σκοτάδι. 
να θες να πάρεις ένα αεροπλάνο
πραγματικά και να τη γυρίσεις 
χίλιες φορές γύρω γύρω τον πλανήτη 
ακούγοντας τις μουσικές του. 
Και μετά να χωθείς μέσα στο κρεβάτι σου
κλαίγοντας και γελώντας συνάμα.

Ακούμε το "Into my arms" του Nick Cave.


Νύχτα (Μονή Λαζαριστών 29-6-2016)


Μουσικές και τους αδιευκρίνιστους πόθους, 
είπαμε ν' αρχίσουμε, να αφήσουμε 
τη νύχτα να μας οδηγήσει. 
Μπαίναμε σε μεγάλα αμάξια, 
είχαμε καλολαδωμένα τα μαλλιά, 
καλογυαλισμένα τα παπούτσια, 
είχαμε ξεσκονίσει και διαβάσει 
όλη τη "Beat" βιβλιογραφία. 
Και τότε χώσαμε με δύναμη 
μες τον εγκέφαλό μας, 
ότι πνευστό μπορείς να φανταστείς. 
Κι αυτός ο αναθεματισμένος 
νεκροζώντανος ντράμερ, 
σαν σίφουνας, σαν τυφώνας, 
έπαιζε ζωντανά μπροστά μας 
τα αμετάκλητα του θανάτου μας. 
Μια μουσική χαοτική, παράξενη, 
αυτοσχεδιαστική, φευγάτη. 
Είχε γίνει η μουσική μας 
για όλες εκείνες τις καμένες βραδιές 
με τα καμένα μυαλά με τις καμένες ψυχές, 
αλλά με τα καλογυαλισμένα 
παρόλα αυτά παπούτσια.
Και στον τοίχο κολλημένη 
η φωτογραφία της.
Η θεία. 
Η θεία Nina. 
Nina Simone. 
Απ' την αγαπημένη Λίνα Πάβλοβα.

Ακούμε το "Just say i love Him".


Δε θέλω δε θέλω δεν θέλω
μην λες άλλα ψέματα,
μη ψεύδεσαι.
Λες ψέματα, συνέχεια,
ψέμα στο ψέμα,
ψέμα κουκουλώνει
το ψέμα του ψέματος,
ω ψέμα.
Πες κάτι,
κραύγασέ το,
σιγοψιθύρισέ το,
έστω πες κάτι τόσο δα,
τόσο δα να 'ναι μικρό,
να' ναι αληθινό.
Μια αλήθεια.


Είχαμε περάσει τα σαράντα,
και σιγά σιγά αφήναμε
το πόδι να αγγίζει το φρένο,
το γκάζι μας ενοχλούσε λίγο πια.
Κι έτσι τυχαία σταματήσαμε
έξω απ' το μεγάλο κατάστημα
των κεντρικών φυλακών
αυτής της πόλης.
Και κάπου εκεί κοντά
δικάζανε και είδα.
Είδα το μαύρο φόρεμά της,
τσαλακωμένο μεν,
ιδρωμένο, αλλά αληθινό.
Αυτό το τσαλάκωμα ήταν αληθινό,
ένα τσαλάκωμα από τους άλλους ανθρώπους.
Το τσαλάκωμα της μάνας.
Σήμερα λοιπόν, ξεφεύγοντας λίγο
εκτός αυτοσχεδιαστικού κειμένου,
με όλη την καλή πρόθεση,
χρόνια πολλά σε δυο ανθρώπους
για σήμερα, του Αγίου Παύλου
κατά τη Χριστιανική θρησκεία,
αλλά σαν ευκαιρία πιο πολύ για να θυμηθούμε,
τουλάχιστον το ένα το άτομο
γιατί το άλλο είναι οικείο και γνώριμό μας.
Χρόνια πολλά λοιπόν στη μητέρα του Παύλου Φύσα.
Χρόνια πολλά για να μπορεί να θυμάται
και να μπορούμε κι εμείς
να έχουμε να θυμόμαστε.
Και χρόνια πολλά και στο δικό μας Παύλο.
Τον Παύλο Παυλίδη.

Ακούγονται τα :
1. Οι περαστικές (Κώστας Ουράνης)
2. Ένα μικρό πλεούμενο


Έγινε η απώλεια συνήθειά μας (Μονή Λαζαριστών 29-6-2016)



Κι όσα απ' τα μυαλά δεν χάθηκαν,
κι όσες απ' τις ψυχές δε χάθηκαν,
δεν κάηκαν, δεν κερδήθηκαν
απ' τον ίδιο τον διάολο ολοκληρωτικά
και επιβίωσαν, επέζησαν, είναι εδώ μαζί μας.
Και ο αλήτης και ο φτωχός και το σκυλί.
Όλοι οι φίλοι μου εδώ, και θα 'ταν οξύμωρο
να μη μιλήσουμε για τους ανθρώπους οι οποίοι
κυνηγήθηκαν απ' τις ίδιες λεπίδες
που σκότωσαν πολλούς άλλους
τις προηγούμενες δεκαετίες.
Και δεν περίσεψαν, αλλά γέμισαν
πραγματικά με τιμή το χώρο
με την ίδια την ύπαρξή τους
και το ίδιο το δημιουργικό τους έργο.
Κι έτσι είμαστε εδώ σήμερα,
πολλοί από σας, πολλοί από μας,
εμείς, όλοι εμείς μαζί σήμερα
ζωντανοί, ολοζώντανοι, στον ίδιο δρόμο.
Και είμαστε νικητές, είμαστε νικητές
γιατί διαλέξαμε το φως.
Και έτσι θέλω να καλωσορίσω
τον αξιαγάπητο φίλο Γιάννη Νάστα.

Ακούγονται τα :
1. Perfect day
2. Άγρια φτερά


Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου (Μονή Λαζαριστών 29-6-2016)



Φαρμακωμένη (Μονή Λαζαριστών 29-6-2016)



Και περνάνε τα χρόνια, οι μέρες,
σοφά μεσημέρια,
ωραιότατα πρωινά,
βράδια ανείπωτα,
και τα χρόνια δεν μας ακολουθούν,
εμείς ακολουθούμε τα χρόνια,
και θυμόμαστε ιστορίες
και παρέες ανθρώπων
που οι ίδιοι φύγανε,
τραγούδια που γινήκανε,
δεκάδες εκατοντάδες λόγια,
στίχοι, ποιήματα, λέξεις,
κι εμείς είμαστε εδώ,
κι ας πονάει το κορμί,
κι ας πονάνε τα κόκαλα,
συνεχίζουμε,
και βγάζουμε τραγούδια
και μουσική.


Με μαθηματική ακρίβεια
βάζει το συναίσθημα ανάμεσα
στις νότες να συνυπάρχει
ένας απ' τους αγαπημένους.
If.
Απ' τον Michal Nyman.


Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ,
κυρίως τους φίλους μουσικούς,
που μου κάναν την τιμή
και παρευρέθηκαν σήμερα,
και τους μουσικούς επί σκηνής,
δεύτερη φορά μετά την Αθήνα
που είπαμε να φέρουμε
αυτή τη μουσική συνάντηση-παράσταση
κι εδώ στη Θεσσαλονίκη και για σας.
Ευχαριστούμε.
και τα ταξίδια δεν ξέρουμε που τελειώνουν.
αλλά μ' αρέσει να λέω ότι θα υπάρξουν κι άλλα.
Να 'στε καλά.


Να' στε καλά παιδιά
να 'στε καλά
μέσα μας είναι το φως,
μέσα μας,
μέσα μας.


Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες :
Γιάννης Αγγελάκας
Παύλος Παυλίδης
Γιάννης Νάστας
Nomik
Λίνα Πάβλοβα και
Jane Doe

Συντελεστές:
Τραγούδι : Θάνος Ανεστόπουλος
Ενορχήστρωση : Θάνος Ανεστόπουλος (με την συνδρομή της Ειρήνης Τηνιακού).
Πιάνο : Ειρήνη Τηνιακού
Τσέλο : Σοφία Ευκλείδου
Κοντραμπάσο : Αλέκος Βασιλάτος
Μουσικό πριόνι : Νίκος Γιούσεφ
Πιάνο, vibrandoneon, samplers : Γιώργος Κατσάνος
Υπεύθυνος ήχου : Πασχάλης Κολέντσης
Παραγωγή : Dole drums

Η φωτογραφία στην αρχή της ανάρτησης είναι από το EIMo PhotoArt και τον φίλο Ηλία Μωραΐτη.

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Θάνος Ανεστόπουλος - Από τις ΡΙΖΕΣ ως τα ΑΝΘΗ του καλού (Παλλάς 14-5-2016)

Ολοκληρωμένη η απομαγνητοφώνηση της εκπληκτικής σε σύλληψη, δημιουργία και εκτέλεση μουσικής παράστασης του Θάνου Ανεστόπουλου "Από τις ΡΙΖΕΣ ως τα ΑΝΘΗ του καλού", στο Θέατρο "Παλλάς", το Σάββατο 14 Μαΐου 2016.
Θάνο σ' αγαπάμε!!!!!!!!!


Και γίνεται δεκατέσσερα. Τα γενέθλιά του σε νησί. Ποιο θα 'ταν το καλύτερο δώρο που θα 'πρεπε να του κάνουν. 
- Τι μου 'φερες;
- Μια κιθάρα.
- Μια κιθάρα; 
Όλο τον επόμενο μήνα η δεκαοχτάχρονη Μάριαν τον ξενάγησε στις πιο όμορφες γωνιές του νησιού. Εκεί για πρώτη φορά έχασε την αγνότητά του και κέρδισε την αιώνια αθωότητα. 
- Θα μου παίξεις ένα κομμάτι;
- Ένα έχω μάθει.
- Το πρώτο σου ε;
- Προσπαθώ να πιάσω, να, να στο δείξω λίγο;
- Πως το λένε αυτό που ακούω;
- The house of the rising sun.
- Όλοι οι φίλοι μου με αυτό αρχίσανε, κι εσύ μ' αυτό; Έλα σου 'φερα κι εγώ το δώρο σου για τα γενέθλιά σου, θα το ξεδιπλώσεις όταν θα μπω στο πλοίο, εντάξει; Μου το υπόσχεσαι αυτό.
Έφυγε, δεν ξανάκουσα για χρόνια τίποτα γι' αυτήν, η Μύριαμ. Έφυγε μαζί με αυτά τα λευκά κρινάκια που φυτρώνουν στην άκρη της θάλασσας. Άνοιξα το βιβλίο, διάβασα τις πρώτες σελίδες. Ποιήματα είχε μέσα, η πρώτη μου ποιητική συλλογή με κάτι μεγάλα μαύρα μελαγχολικά μάτια στη φωτογραφία της στο εξώφυλλο. 
Μαρία Πολυδούρη.
Κοντά σου.


Τι έγινε;
Που είναι, που είναι, που είναι.
Που είναι;
Ψάχνω, πόσο καιρό ψάχνω;
Που είναι;
Όλα μου φαίνονται μικρά, μικρά.
Που είναι;
Θέλω οπωσδήποτε να τα βρω.
Μόνο όταν τα 'χω τα βλέπω πιο μεγάλα.
Και πιο άγρια, μεγάλα και άγρια.
Με τρομάζει αυτός ο μικρός κόσμος.
Με τρομάζουν αυτοί οι μικροί άνθρωποι.
Με τρομάζουν αυτοί οι μικροί στόχοι που έχουν.
Αχ, κι αυτό το κορμί, με έχει πονέσει πάρα πολύ.
Δεν αντέχω πια, ενώ όταν τα βρίσκω.
Που είναι τώρα, που είναι;
Αχ.
Που τα 'χω βάλει και κάθε φορά που τα βρίσκω, ξέρω ότι ...
Νάτα, νάτα δίπλα μου πάλι.
Πάλι δίπλα μου ήταν.
Ααα.
Τι ΜΕΓΑΛΟΣ κόσμος
Τι ΜΕΓΑΛΟΙ που είστε.
ΜΕΓΑΛΑ γράμματα.
Κι άγρια, άγρια πράγματα. άγρια πράγματα.
Και το μέλι άγριο είναι.
Άγριο.
Άγριο μέλι.


Κι έτσι τα καράβια φεύγαν τα μεγάλα τους ταξίδια,
τα αεροπλάνα έσκιζαν τους ουρανούς τρυπώντας τα αερόστατα,
και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από χιλιάδες βαν.
Bαν φορτωμένα με μουσικούς, με συγκροτήματα,
με καλώδια, με πεταλιέρες, με δίκασα, με ταμπούρα,
με καλώδια, καλώδια, καλώδια, καλώδια, καλώδια.
Καλώδια από Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Κρήτη
μέχρι την Κύπρο, πάνω Κομοτηνή, στα νησιά.
Συγκροτήματα συναντιόντουσαν στους δρόμους.
- Εσείς που πάτε σήμερα;
- Πρέπει να περάσουμε την κατάρα.
- Προσέξτε την περάσαμε χθες θα βρείτε χιόνι πολύ. Πήγε καλά;
- Καλά ήταν αλλά ψάχναμε τον ντράμερ μας,
- Τι έπαθε;
- Ε μέθυσε και τραβιόταν με μια.
- Μάλιστα. Πως από δω καθίσατε κι εσείς να φάμε; Καθίστε.
- Βιαζόμαστε να φτάσουμε στην άλλη πόλη ....
- Που πάτε;
- Βορά
- Ά, από κει ερχόσαστε;
- Ναι
- Τι έχετε να κάνετε το καλοκαίρι;
- Έλα ας τα αφήσουμε αυτά τώρα, βάλε λίγο να πιούμε.
Κι έτσι λοιπόν ήταν τα ωραία καλοκαίρια
που ανθίζαμε τραγούδια και γινόντουσαν φιλίες.
Είτε στην επιφάνεια, είτε υπογείως.
Πρόβες, πρόβες, συγκροτήματα, καλώδια.
Γρηγόρης Κλιούμης.


Ότι υπάρχουμε ακόμα.
Ότι υπάρχουμε ακόμα.
Υπάρχουμε ακόμα.
Υπάρχουμε ακόμα;
Θα υπάρχουμε εμείς, ναι.
Ότι και να κάνουνε, εμείς θα υπάρχουμε.
Κι εμείς αγάπη μου.
Κι εμείς οι δυο θα υπάρχουμε.
Ως το τέλος του κόσμου.
Θα υπάρχουμε.


- Κύριε Λεονάρδε, κύριε Λέοναρντ Κοέν είστε ρομαντικός ή το παίζεται ρομαντικός.
- Αυθαδέστατε.
- Το λέω γιατί με ενδιαφέρει, σέβομαι πάρα πολύ τους ρομαντικούς. Στην εποχή μας ξέρετε κύριε Λεονάρδε το πιο επαναστατικό είναι να 'σαι ρομαντικός. Και η μεγαλύτερη δράση είναι να ξέρεις να αγαπάς, αληθινά.
- Και να γράφεις και αληθινά τραγούδια επίσης.
- Ναι, θα συμφωνήσω κύριε Λεονάρδε, εσείς το 'χετε κάνει, είστε απ' τους αγαπημένους μου εφηβικούς ήρωες. Μαζί με καμιά χιλιάδα άλλους καταραμένους, αλλά έχω φύγει προ πολλού απ' εκείνη την εφηβεία με καταλαβαίνετε.
- Ωραία, τ' ακούς ακόμα τα τραγούδια μου;
- Όχι, αλλά μπορούν να τα τραγουδήσουν οι φίλοι μου ξέρετε κύριε Λεονάρδε.
Λόλεκ.
Γιάννη αγαπημένε μου φίλε.
Γιάννη σε χρειάζομαι.


Γύρισε στο σπίτι του εκεί που για σαράντα ολόκληρα χρόνια
τον περίμενε η αγαπημένη του γυναίκα.
Πλησίασε, της μίλησε, με γυρισμένη την πλάτη.
Κατάλαβε γρήγορα όταν τα χείλι του ακούμπησαν το μέτωπό της.
Το παγωμένο μέτωπό της.
Σήκωσε τον ψυχοασκό της, το σώμα της στα χέρια του.
Κατευθύνθηκε προς το ποτάμι.
Το μικρότερο ποταμάκι που υπήρχε στη Σιβηρία,
στη σαράντα χρόνια περιοχή
που ζήσανε και μεγαλώσανε μαζί.
Και εναπόθεσε αυτόν τον ψυχοασκό
στα ήρεμα νερά του ποταμιού,
να την πάρει μακρυά.
Αυτός κάθισε στις όχθες του ποταμού,
έβγαλε ένα χαρτί και έγραψε τα παρακάτω λόγια.
Σε ποίηση Αρσένι Ταρκόφσκι,
του ποιητή πατέρα του Αντρέι Ταρκόφσκι.
Μα κάτι άλλο ζητώ.


- Πότε θα πάμε στο Παρίσι; Ποτέ δεν με πήγες στο Παρίσι. Ξέρεις τόσες φορές που το 'χεις πει, ξέρεις, όποτε βλέπω έστω και σε καρποστάλ το Παρίσι, ξέρεις τι μου θυμίζει το Παρίσι;
- Τι σου θυμίζει το Παρίσι;
- Ότι δεν έχω πάει, ποτέ.
- Μάλιστα. Δεν έχεις ταξιδέψει χιλιάδες φορές, νοητά; Δε σου φτάνει; Δε βλέπεις τι γίνετε τώρα στο Παρίσι; Που είναι όλοι έξω στους δρόμους; Σ' αντίθεση με εδώ που είναι όλοι στα σπίτια τους; Τι θες να κάνεις στο Παρίσι; Να πάρεις κακά παραδείγματα και να 'ρχεσαι πάλι πίσω για μας βγάζεις έξω στους δρόμους; Πες μου;
- Ταξίδεψα νοητά ναι στην εφηβεία, αυτή την καμένη εφηβεία, μ' αυτά τα καμένα βιβλία.
- Ποιος σου 'φταιξε να κάψεις τα βιβλία σου.
- Ήταν μια αντίδραση δεν το καταλαβαίνεις.
- Ποιος σου είπε ότι τα βιβλία πρέπει να καίγονται για οποιοδήποτε λόγο. Αυτός ο Ελυάρ, ο Πωλ Βερλαίν, ο Μαλαρμέ, ο Τριστάν Κορμπιέρ όλος, όλος αυτός ο κόσμος, ο Ρεμπώ, ο Μποντλέρ έχεις ξεμείνει, στα ράφια σου δεν υπάρχει πια Παρίσι, το καταλαβαίνεις; Πάει το Παρίσι το 'καψες.
- Εσύ το είχες κάψει μέσα σου.
- Ο καθένας έχει το δικό του Παρίσι, εγώ έχω το δικό μου.
- Ποιο είναι τον δικό σου;
- Ε, Κώστας Παρίσσης.


Τα περισσότερα αντίο έχουν δοθεί νύχτα.
Και ξημερώματα.
Η νύχτα.


Και ξαφνικά ήρθε η τζαζ στη ζωή μας.
Αγοράσαμε τρομπέτες,
παίζαμε άμετρα, άχρονα,
αυτοσχεδιάζαμε τις νύχτες μας,
αγοράζαμε βινύλια, ενίοτε τα κλέβαμε,
ξεκοκαλίσαμε όλη τη "bit generation".
Είδαμε, μικροί μιμιθήκαμε,
ντυθήκαμε, ξενυχτήσαμε,
είδαμε αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, τρένα, καράβια,
αφεθήκαμε, χαθήκαμε.
Και έπειτα γυρίσαμε και μάθαμε
και για την κυρία Νίνα Σιμόν,
την θεία Σιμόν.
Νάσια Γκόφα-Τηλέμαχος Μούσας.


- Λες ψέματα, λες ψέματα.
Για άλλη μια φορά λες ψέματα.
Ψέμα ένα, ψέμα δύο.
- Μα μας μεγάλωσαν με ψέματα έτσι έμαθα.
Κι εσύ άλλωστε έτσι δεν είναι;
Ψέμα τέταρτο, ψέμα πέμπτο, ψέμα έκτο
- Μα, εσύ είπες ποτέ την αλήθεια;
- Σταμάτα
Ψέμα έβδομο, ψέμα όγδοο, ψέμα ένατο, ψέμα δέκατο.
- Και τι κάναμε για να σταματήσουμε τα ψέματα;
- Ανακαλύψαμε άλλα ψέματα, χαζέ.
Ψέμα για το ψέμα.
Ψέμα για το ψέμα του ψέματος.
Ψέμα για το ψέμα του ψέματος που βγήκε ψέμα, προτού βγει.....
- Τι; Πες το, πες το, πες το, προτού βγει τι; Προτού βγει τι;
- Αληθινό.
- Ποιο το ψέμα μωρέ, αληθινό ψέμα;
Υπάρχουν αληθινά ψέματα;
- Υπάρχουν αληθινά ψέματα, υπάρχουν.
Δεν υπάρχουν όμως αλήθειες, έστω ψεύτικες αλήθειες.
Εγώ θέλω αλήθειες, αληθινές αλήθειες.
Αλήθεια ένα, αλήθεια δυο, αλήθεια τρεια.
Ας ξεκινήσει να είναι μικρές, τόσο δα στην αρχή, μικρούλες αλήθειες.
Φλομώσαμε στα ψέματα, μια μικρή αλήθεια.
Μια μικρή αλήθεια, έστω μια τόσο δα.

Μικρές αλήθειες.


Και προχωρούσαμε και προχωρούσαμε, βαδίζαμε μέρες τρεις, νύχτες τρεις, βαδίζαμε μέσα στην έρημο, ερχόμασταν από την έρημο, κοκάλινα κρανία παντού, το κρανίο των fifties, το κρανίο των sixties, το rock en roll βαμμένο κόκκινο με τον ήλιο του στον καυτό ουρανό, γύπες παντού λιμασμένα όρνια να περιμένουν τον θάνατο των τελευταίων ροκαμπιλάδων. Κι εκεί, λίγο πριν χαθούνε τους είδαν, κάθονταν ημίγυμνοι μια κιθάρα ο ένας, ένα κοντραμπάσο ο άλλος, με ένα πάντσο ο τρίτος κι ο τέταρτος με μια φυσαρμόνικα και περιγελούσαν τον καυτό ουρανό και την αδηφάγα έρημο. Εκεί είδα το αληθινό όραμα του rock en roll.
- Πως ονομάζεσαι; μου είπαν.
- Δεν έχω όνομα είπα. Εδώ ήρθα για να βαπτιστώ ξανά.
- Θα σε λέμε μπλουζ αλλά θα περάσεις από κάποιες δοκιμασίες. Σου αρέσει  ο Buddy Holly;
- Ναι, αρκετά. Ο τύπος που καθιέρωσε τις δυο ηλεκτρικές κιθάρες δεν είναι με τα γυαλιά;
- Μπράβο. Τι γνώμη έχεις για τον Johnny Cash;
- Την καλύτερη.
- Για τον Άγιο;
- Ποιον Άγιο;
- Έλα τώρα προσπάθησε μην χάσεις τη ευκαιρία, θες να βαπτισθείς, θες ένα όνομα.
- Άφησέ με να σκεφτώ ποιον, Άγιο λες;
- Ξέρεις πολλούς Άγιους;
- Ομολογώ πως όχι.
- Ένας είναι ο Άγιος, σκέψου.
- Τον Άγιο Tom σωστά; Αυτόν εννοείται τον Άγιο Tom.
- Τον Άγιο Θωμά, ναι.
Εβαπτίστικα μπλουζ, με βοήθησαν να βγω απ' την έρημο, κρατώντας μου συντροφιά με ένα χιλπίνι παίζοντας το όργανό τους. Ο Άγιος Tom Waits εγκαθιδρύθηκε πάνω απ' τα κεφάλια μας μέσα σε ωραίες χρυσοποίκιλτες κορνίζες και η ζωή μου φωτίστηκε περισσότερο όταν γνώρισα ατόν τον άνθρωπο.
Μανώλης Αγγελάκης.


- Πως το λένε εκείνο το σημείο του ορίζοντα, εκεί κάτω που είσαι όπου διακρίνεται;
- Το λένε το σημείο που θέλουμε να φτάσουμε.
- Δηλαδή;
- Στόχος.
- Δηλαδή;
- Όνειρο.
- Δηλαδή;
- Έεε ..... προοπτική;
- Δηλαδή;
- Ελπίδα;
- Δηλαδή;
- Κουράγιο;
- Δηλαδή;
- Άσε με να' χω κάτι, άσε με να' χω κάτι στο βάθος του δρόμου, κάτι που να φαίνεται σαν έξοδος, έστω σαν έξοδος κινδύνου.
Συνηθίσαμε, συνηθίσαμε πολλά πράγματα, πάρα πολλά. Συνηθίσαμε  και τις άγριες εικόνες δίπλα μας, γύρω μας, πίσω μας, μπροστά μας, πλάι μας. Συνηθίσαμε τον θάνατο, συνηθίσαμε την εικόνα του. Τι είμαστε, τι γίναμε, μη γίνουμε, μην είμαστε, μη γίνουμε, μην προφθάσουμε, μην προλάβουμε να γίνουμε, μη συνηθίσουμε, μη συνηθίσουμε.


Και ανοίγανε μικρά κουτάκια, μουσικά, στη σειρά βαλμένα, καθαρά, παστρικά πλυμένα κουτάκια και το ένα κουτάκι έβγαζε χειμώνες, το άλλο κουτάκι έβγαζε θύελλες, το παράλλο κουτάκι έβγαζε το καινούργιο που θα 'ρχότανε. Κι από κείνη την ακινησία μιας ολόκληρης "προγκρέσιβ" μαλακισμένης εποχής, ξεπήδησαν κάποιοι παραληρηματικοί ρυθμοί με ένα μπιτ, μέσα από ένα μικρό σκοτεινό δωμάτιο από ατροφικά παιδιά γεμάτα κάρβουνο, γεμάτα διοξίνες, γεμάτα αλκοόλ, γεμάτα καθόλου μέλλον. "Μπιτάρανε" στα υπόγειά τους κι απέξω οι καμινάδες συνέχιζαν να μαυρίζουν πανέμορφα το τοπίο, ναι, με όμορφους πρωτότυπους αληθινούς στίχους, μ' ένα μπάσο, με μια ντραμς και με πολλές επιληπτικές βραδιές και στο τέλος με μικρές θλιμμένες διαδρομές προς αυτοσχέδιες αγχόνες για αυτόχειρους νέους. Τότε ήταν που εκείνο το βινύλιο δεν το 'κλεψα, το δούλεψα για να το αγοράσω και περίμενα ένα μήνα να το στείλουν με το ταχυδρομείο απ' το Μάντσεστερ, και το λιώσαμε, το λιώσαμε. Τότε ήταν που είδα και αυτό το παιδί, το αδύνατο παιδί με τα γυαλιά σ' ένα δρόμο στα Εξάρχεια, μ' ένα καθαρό πρόσωπο μ' ένα οξυδερκές βλέμμα και με μια αλητεία που δεν σύναδε με το παρουσιαστικό του αλλά ήταν πολύ πιο υψηλής σχολής από οποιονδήποτε "αλήτη" ήξερα μέχρι τότε. Ο δίσκος που είχα αγοράσει ήταν οι Joy Division κι αυτό το αλητάκι που πρωτοείδα ήτανε ο Αλέξανδρος Βούλγαρης.
The Boy.


- Και γιατί ήρθες εδώ;
- Δεν το θέλησα, με φέρανε.
- Εσύ διάλεξες τους γονείς σου, βλάκα.
- Εγώ; Αλήθεια; Νόμιζα ότι ήταν τυχαίο. Τέλος πάντων τώρα, μη μου βάζεις δύσκολα. Και τελικά τι ήρθα να κάνω;
- Να πέφτεις.
- Και μετά;
- Να σηκώνεσαι.
- Και μετά;
- Να ξαναπέφτεις και να ξανασηκώνεσαι.
- Δε θέλω που ήρθα, με τρομάζει αυτό.
- Να σου πω μια ιστορία, είχα πάει πιτσιρίκι κι όταν λέμε πιτσιρίκι πολύ μικρός σ' ένα κλειστό γήπεδο που το λέγαμε και το λένε γήπεδο του Σπόρτινγκ.
- Τι μου λες τώρα, ιστορίες για αγρίους και φαντάσματα.
- Άκου, άκου. Εκεί με είχε πάει ένας μεγαλύτερος ξάδελφός μου. Είχε στριμωξίδι μέχρι να μπούμε και υπήρχε στην ατμόσφαιρα κάτι περίεργο. Αδημονούσαν οι περισσότεροι να δουν κάτι το οποίο νόμιζαν ότι θα τους εκτόξευε από δω μέχρι τον Άρη ή ότι θα τους έδινε μια γερή γροθιά ή ότι θα τους άλλαζε από κείνη την βραδιά τη ζωή.
- Τ ι είχες πάει να κάνεις εκεί;
-  Ήταν μια μπάντα που γινόταν σούσουρο τότε, για την εποχή της, απ' την Αυστραλία. Birthday Party τους λέγανε. Και βγήκε ένας τύπος κοκαλιάρης, αυτόν πρέπει να σου πω ότι πρέπει να τον αμολύσανε τότε. Έπεφτε κάτω στα γυαλιά κι έκανε κάτι ακροβατικά και τραγούδαγε, έφτυνε δεν ξέρω, δεν ξέρω αν τραγούδαγε ή έφτυνε ήταν μέσα στα ξερατά του, ερμήνευε για λίγο μετά σάλια, ήταν, ήταν, ήταν τρομερός σου λέω, εγώ αναγεννήθηκα φεύγοντας. Σου λέω αυτός ο άνθρωπος για τρεις ώρες έπεφτε, σηκωνόταν, έπεφτε, σηκωνόταν, έπεφτε, σηκωνόταν.
- Και μετά;
- Μετά μεγάλωσα μαζί του, μεγάλωσα μαζί του παράλληλα, μάθαινα για τη ζωή του. Έπεφτε, σηκωνόταν, έπεφτε, σηκωνόταν. Πρόσφατα έμαθα έχασε και ένα απ' τα παιδιά του, έμαθα κιόλας ότι φοράει το κουστούμι του, ξυπνάει νωρίς, πάει στο γραφείο του, κάνει πρόβες κάθε μέρα έστω για τρεις ώρες στο πιάνο του, βγάζει κάτι Θείες μελωδίες πλέον.
- Τι είναι αυτός, λογιστής;
- Όχι, είναι ο Nick Cave, τον έχεις ακουστά;
- Δεν ξέρω εγώ από ξένα, άσε με εγώ μόνο τα ντόπια γνωρίζω.
- Τι γνωρίζεις απ' τα ντόπια όπως λες.
- Όσο και αν σου φανεί περίεργο δεν ξέρω πως τον λες αυτόν τον τύπο αλλά εγώ λατρεύω πάρα πολύ μια μπάντα που έτυχε και την άκουσα πριν χρόνια και συνεχίζει. Πραγματικά, και να σου πω την αλήθεια να, να σου γνωρίσω τους δυο υπεύθυνους αυτής της μπάντας; Έ; Τον Περικλή και τον Μάνο;
Mani Deum.
Nick Cave.


Και όλες αυτές οι κοινές καταβολές,
καταγωγές, το κοινό σπέρμα
οδήγησε μέσα στα χρόνια σε φιλίες
πέρα από τις μουσικές φιλίες
και σε αληθινές φιλίες
με ανθρώπους με παιδιά νέα
που ενώσαμε τα οράματά μας
και με αρκετή δουλειά
και πολύ αγάπη για τη μουσική
και για το στίχο
και για την ποίηση
και για τη συγγραφή
χωρίς αποφθέγματα κι αφορισμούς
φτάσαμε σε ανθοφορίες
τις οποίες παραδώσαμε στα επόμενα
και στα επόμενα παιδιά
στους νέους ανθρώπους
με τις δικές τους ανθοφορίες που θα 'ρθουν
με όλα αυτά από τις ΡΙΖΕΣ
όλα αυτά τα ΑΝΘΗ του καλού.


Κι εκεί ήταν από τα βιβλία που δεν κάηκαν,
που γλίστρησε κατά τύχη ένα, 
κι ο τίτλος του ποιήματος 
που άνοιξε στα πόδια, 
με ερέθισε, κάνοντάς με να θέλω 
και εγώ να γράψω ένα στίχο, 
αλλά με τον ίδιο τίτλο. 
Τον τίτλο που είχε βρει 
ο Διονύσιος Σολωμός
στο ποίημά του 
"Φαρμακωμένη".


Και περιμέναμε έξω από ένα μεγάλο κτίριο
για να πάρουμε την έγκριση των δικαιωμάτων του ποιητή.
Και κάποια γεροντάκια μέσα,
επίτροποι και σύμβουλοι του συλλόγου του ποιητή,
ακούγανε σε κασετόφωνο,
το demo μας απ' την πρόβα.
Και περιμέναμε δυο ώρες,
και μαζί μας περίμεναν κι άλλοι με κασέτες
στην πάνω τσέπη του σακακιού τους,
στην κωλότσεπη, στην τσάντα τους.
Πολλές κασέτες, πολλά demos από πρόβες.
Και τελικά με αγωνία, βγήκε ένα γεροντάκι
κρατώντας την κασέτα μας και μας είπε :
- Έχετε την άδειά μας, μπορείτε τον ποιητή να τον μελοιποιήσετε.
Κι έτσι μελοποιήσαμε τον Κώστα Ουράνη.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι.


Θυμάμαι τότε που είχε έρθει η καταστροφή.
Εσύ με πήρες απ' το χέρι
και μου 'δειξες τη Βαρκελώνη
και μου 'δειξες το "Palau de la Musika".
Δεν είχαν εισιτήρια, βρήκαμε τελευταία στιγμή.
Ανεβήκαμε στον εξώστη και μπλέξαμε
με τους τρελαμένους μαθηματικούς
μινιμαλιστικούς αυτοσχεδιασμούς του Nyman.
Michael Nyman.
If.


Ειρήνη, Γιώργος, Νίκος, Σοφία, Αλέκος, Πασχάλης στον ήχο.
Σας ευχαριστούμε όλες και όλους.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους αυτούς τους εξαιρετικούς μουσικούς και φίλους.
Δεν θα μπορέσουμε να παίξουμε άλλα, θα προσπαθήσω ένα με την Ειρήνη.
Θα ξανανταμώσουμε στο μέλλον με κάποια άλλη ευκαιρία.
Να είσαστε όλοι καλά, μην το βάζετε κάτω με τίποτα.
Δύναμη σ' όλους.


Ειρήνη μου κάτσε να παίξουμε ένα.




Υ.Γ. Αγαπημένε φίλε Θάνο, σ' ευχαριστούμε πολύ για τις πανέμορφες στιγμές που απλόχερα μας έχεις χαρίσει με την τέχνη σου.

Αναγνώστες